Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008

Πας... έρχεσαι... πας.

Δεν σε πιάνω γίνεσαι αόρατος
Σε βλέπω αλλά δεν είσαι εκεί.
Δεν είσαι πουθενά που θα'θελα.
Δεν βλέπω το μονοπάτι που ακολουθείς
δεν έχει οδό το διάβα σου δεν έχει αριθμό.
Σε βλέπω ...
Σε έβλεπα πριν λίγο...
πάλι το σύννεφο σε σκέπασε
σταμάτησαν τα ρολόγια να γυρνούν γινανε τα δευτερόλεπτα αιώνες.
Και συ... πας...Έρχεσαι...
Που είσαι?
χάνω τον ήλιο, δεν έρχεται η βροχή λυτρωτικά να με χαϊδέψει
να διώξη την αγρύπνια που με βουλιάζει
σε σκοτεινά νερά αργα... φιλήδονα.
Δεν σε βλέπω δεν σε ακούω
στοιχειώνεις την ψυχή μου.
βουλιάζω και χάνομαι.
Και συ Γέλας...
εσύ παίζεις μαζί μου.
Τούτη τη νύχτα...
κι' αυτή τη νύχτα....
σ' ακολουθώ...
κλαίω...
γελώ...
σε βλέπω...
σε χάνω...
Σε αναιρώ.
Αμύνεται το μυαλό.
και... πας ...έρχεσαι... πας.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πως γίνανε άραγε οι άγγελοι; Πως μπόρεσαν και κράτησαν άθικτα τα φτερά τους,
Μ’ όλα τα καψαλίσματα ετούτης της ζωής;
Πονώ αβάσταχτα, γιατί μου λείπουν τα όμορφα φτερά μου.
Χωμάτινα όπως κι εγώ, γίνανε σκόνη, γρήγορα,
και σκόρπισαν μακριά μου.
Κλαίω σπαραχτικά,
και μες τους οδυρμούς μου ακούω ένα ψίθυρο.
Δε βλέπω τίποτα, μα ο ψίθυρος είναι καθάριος.
Μη κλαις καρδιά μου, και πίστεψέ με αληθινά,
Πως τίποτα δεν έχασες,τα ολόλευκα φτερά σου,
Καλά είναι φυλαγμένα, κι είναι μόνο δικά σου.
Μα πρώτα μάθε να περπατάς ανάμεσα σ’ αγκάθια.
Ανάμεσα σε χείμαρρους, ανάμεσα σε βράχους.
Μάθε να βλέπεις, να ρουφάς, τις μυρωδιές των λουλουδιών,
Πούνε μέσα στ’ αγκάθια, όσο πυκνά κι αν είναι.
Απόλαυσε το διάβα σου, και όπως θα διαβαίνεις,
θα δεις λουλούδια κι αγκαθιές μαζί να γίνονται ένα.
Μέσα στο φως το κάτασπρο, το φως το ευλογημένο.
Τότε θα νοιώσεις κάτασπρα φτερά να σε καλούνε,
Για μακρινούς ορίζοντες, και άγνωστα ταξίδια.
Μα ως τότε μείνε άνθρωπος χωμάτινος, και Θείος.
Ζήσε μου είπε κι ένοιωσα, ένα φιλί ανάλαφρο,
Αγγελικό νομίζω.
Κι είπα πως θ’ ΑΝΤΕΞΩ