Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξίδια του νου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξίδια του νου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Η μοναξιά σου η παρέα σου…

-->
Πόσες πασιέντζες να παίξεις πια; έστω... κι αν είναι  αράχνες.
Και που παίζεις τι;
αφού όλο χάνεις.
Σε κερδίζει το μηχάνημα.
 Ένα μηχάνημα σε νικάει ρε βλήτο…
 Αλλά πώς να κερδίσεις αφού μόνο το σώμα σου είναι καθισμένο  απέναντι από την οθόνη.
Το μυαλό σου είναι αλλού, ταξιδεύει σε άλλα Χριστούγεννα θλιμμένα πάντα.
Όλα σου τα Χριστούγεννα ήταν θλιμμένα.
Πάντα σε πονούσαν αυτές οι μέρες.
Προσποιοσουν όμως τη χαρούμενη για να μην πικράνεις τους άλλους.
Τα παιδιά… Μην καταλάβουν τα παιδιά.
Τα παιδιά όμως μεγάλωσαν, και συ δεν έχεις πια λόγο να κρύβεσαι…
Έκανες το τυπικό και φέτος.
Μπράβο κοπέλα μου!
Μαγείρεψες, έστρωσες τραπέζι, φόρεσες χαμόγελο, και μαζευτήκαν όλοι γύρω  σα να΄τανε γιορτή.
 Εχθές!
 Σήμερα... τι;
 Μια  μέρα όπως όλες οι άλλες,  η χθεσινή... η σημερινή... η αυριανή... και... οι επόμενες.
Όλες οι επόμενες!!!
Γιατί… είσαι μόνη.
Δεν περιμένεις τίποτα πια, αφού όλα σου τα όνειρα σε έχουν προδώσει.
Η μήπως τα πρόδωσες  εσύ;
Σου το έλεγα πάντα!
 Μην πιστεύεις τόσο στα όνειρα.
Μην επενδύεις σε αυτά.
Τα περισσότερα χάνονται με το πρώτο φως της μέρας.
Ας μην ήσουν τόσο ξεροκέφαλη.
Σε ενοχλούν τα φώτα, οι λάμπες κάθε λογής που αναβοσβήνουν  προκλητικά.
Μα ποιος γιορτάζει σκέφτεσαι…
Ποιος μπορεί να γιορτάζει… Για ποιο λόγο γιορτάζουν…
Ένα δέντρο στολισμένο σε μια γωνιά του σπιτιού, σου θυμίζει ότι και συ γιόρταζες κάποτε. Η έκανες ότι γιόρταζες.
 Ένα δέντρο που δεν το στόλισες εσύ, αλλά που έπρεπε να βρίσκετε εκεί έτσι από συνήθεια, τυπικό  είναι το θέμα.
Εσύ όμως μισείς τα τυπικά.
Κάτι πακέτα βρίσκονται κάτω στα μεταλλικά του πόδια.
 Περιμένουν την πρωτοχρονιά για να ανοιχτούν, ανάμεσα σε χαρούμενες παιδικές φωνές.
Βλέπεις… έχεις υποχρεώσεις ακόμη και πρέπει να φανείς αντάξια των περιστάσεων.
Εσύ όμως δεν είσαι παιδί.
Και που ήσουν όμως…
Η ουσία είναι ότι εσύ από πολύ νωρίς έμαθες πως δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης.
Αλλά κι αν υπήρχε…
Σιγά τον άγιο… τι  αγιος είναι αυτός που δεν μπορεί να γεμίσει το κενό της ψυχής σου; που δεν μπορεί να ζεστάνει την παγωνιά της;
Η μοναξιά!!!
Η μοναξιά σου η παρέα σου…
Γιατί τα στέλνεις πίσω τα δάκρυα που ανεβαίνουν στα μάτια σου;
 γιατί δεν τα αφήνεις να ξεπηδήσουν;
αφού… κανένας δεν θα σε δει που κλαις.
Λυπάσαι που μεγάλωσες;
Λυπάσαι που ποτέ δεν ήσουν παιδί;
Που ποτέ δεν έζησες σαν παιδί;
Ζηλεύεις τα αλλά παιδιά;
Όχι.
Είναι που σου λείπει ένα χέρι…
Ένα χέρι ζεστό κι αγαπημένο…
Είναι… που το δικό σου χέρι, αγγίζει το κενό.





Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

Θα ταξιδεύω ...





Θα λύσω πλοία
από το αγκυροβόλι τους.
Θ' ανοίξω τα πανιά,
θα σκίσω θάλασσες
να πάω σ' άγνωστες πατρίδες.
Στη θάλασσα την ανοιχτή,
και σε λιμάνια ν' αγαπήσω.
Και όσες τρικυμίες πέρασα
Για να τα κάνω,
όμορφα τραγούδια..
Θα ταξιδεύω με τη σκέψη μου,
κι ούτε με νοιάζει που πηγαίνω.
Και πίσω πια δεν θα κοιτώ.
Θα προχωρώ σαν στη ζωή.
που κάθε μέρα είναι νέα.
Πόσο μ’ αρέσουν τα ταξίδια....
Να ταξιδεύω στη ζωή
Στις θάλασσες,
και στη στεριά
Στα σύννεφα,
πούνε ψηλά
Κι’ ας έφτασα,
στην ωριμότητα
Κι' ας πέρασα,
θάλασσες και βουνά
Θα φτάσω,
στην πληρότητα
να γίνει,
η άμπωτης παλίρροια.

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2009

Όταν χάνομαι …




Πέρασαν πια αυτές οι μέρες τις γιορτής, κάποια υπόλοιπα μείνανε, και θα τελειώσουν όλα για μια φορά ακόμα.
Κάποιοι θα βγάλουν τη μάσκα της καλοσύνης, που έχουν, και φορούν για αυτές τις μέρες ειδικά, και θα την ξαναβάλουν με ναφθαλίνη στο μπαούλο, μέχρι την επόμενη ... Γιορτή.
Τη μάσκα της καλοσύνης της ευγένειας και τις ανθρωπιάς.
Θα ξεχάσουν με μιας, τις ευχές που με … αφθονία μοίραζαν εδώ και εκεί, και θα θρονιαστεί και πάλι το μίσος και η μιζέρια στην ψυχή τους.
Θα γυρίσουν στης αγαπημένες τους συνήθειες. Θα συκοφαντούν, θα μισούν, θα καταριούνται, θα διεκδικούν, και θα αναπνέουν το δηλητήριο που βγαίνει από τα σωθικά τους.
Και γω … Χάνομαι …
Εκεί στη γωνιά μου.
Να μη βλέπω… Να μην ακούω …
Για να αντέχω.
Χάνομαι …
Στην προσπάθεια μου να προστατευτώ, γιατί δεν έμαθα ακόμη πώς να τα βγάζω πέρα με την κακία.
Με τρομάζει τόσο ... Με μουδιάζει.
Χάνομαι… Και κοιτώ με απορία.
ΖΩ ... ΒΛΕΠΩ ... ΔΙΑΒΑΖΩ ... ΑΚΟΥΩ ... αυτά που λένε και κάνουνε ...
Δεν ελπίζω πια, ξέρω ότι έτσι είναι. Δεν αλλάζουν κάποια πράγματα. Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι.
Άνθρωποι που έμαθαν να ζουν μόνο μέσα από το ψέμα.
Άνθρωποι που δεν λαχτάρισαν ποτέ το φως της αληθείας.
Που τους τρομάζει το απλό, το αυτονόητο.
Και το χειρότερο; Νομίζουν πως είναι και οι άλλοι σαν αυτούς, επειδή ... Ούτε ο καθρέφτης τους τους άντεξε, και έσπασε. Θρυμματίστηκε.
Άνθρωποι …

Χάνομαι …
Στην απλότητα μου. Στην αγάπη μου.
Χάνομαι, γιατί φοβάμαι.
Την κακία, το μίσος, τον φθόνο, τη συκοφαντία, την ψευτιά.
Φοβάμαι τα λόγια τα μεγάλα.
Φοβάμαι τις πράξεις που δεν γίνονται από αγνότητα, καθαρότητα, και μεγαλείο ψυχής.
Χάνομαι, γιατί σχεδόν γέρασα και δεν έμαθα, και δεν προστάτεψα τον εαυτό μου, γιατί δεν πίστευα πως μπορεί να συμβαίνει.
Χάνομαι, γιατί είμαι ανίκανη να τα βγάλω πέρα με τη σκληρότητα, τη μιζέρια και το μίσος.
Και θυμώνω.
Θυμώνω που δεν έμαθα.
Θυμώνω που φοβάμαι.
Θυμώνω που αφήνω να συμβαίνει. Θυμώνω με την αφέλεια μου.
Θυμώνω που ακόμα πιστεύω ότι … Δεν μπορεί … Δεν γίνεται … Δεν χωράει τόση κακία σε μια ψυχή.
Χάνομαι …
Θέλω να χαθώ…
Να μη βλέπω… Να μην ακούω …
Χάνομαι γιατί … Δεν ανήκω εδώ.
Δεν θέλω να ανήκω.
Δεν είναι ο κόσμος μου αυτός.
Πάρτε με .
Ένα χέρι …
Μα δεν υπάρχει ένα χέρι;

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

Τώρα πια...



Περπατώ αργά…
Τα όνειρα να μη ξυπνήσω,
στο μισοτελειωμένο υφάδι της ζωής μου, βρίσκω ξανά, την χαμένη μου σαΐτα,
που στέκεται εκεί, μ' ένα παράπονο να με κοιτά.
Με κάνει και θυμώνω.
Τόση καρτερικότητα
Τόσο παράπονο βουβό.
Δεν με κατηγορεί, μα κλαίει!
Δεν με μαλώνει, μόνο με μάτια με κοιτάζει υγρά…
Και πόσο θέλω να την πάρω αγκαλιά…
Και να την παρηγορήσω...με λόγια όμορφα, γλυκά....
Διστάζω όμως έτσι που κοιτά,
φοβάμαι,μην την παρασύρω πάλι
Σε όνειρα και δρόμους…
Που και τις δυο μας πονούν........
Άκου ζωή μου…
Σ' Αγαπώ.
Κι’ αν λάθη έκανα,ήταν γιατί…
Ο ήλιος πίστεψα,για μας παντοτινά θα λάμπει.
Άμαθη ήμουν,κι’ αφελής.
Σε λόγια πίστεψα, και πλάνα μάτια.
Μα τώρα έμαθα και ξέρω.
Σήκω να περπατήσουμε μαζί…
Σε δρόμους που δεν κρύβουνε
αγκάθια κι’ άσχημες στροφές.
Δεν θα ανεβούμε βουνά…
δεν θα κατέβουμε χαράδρες.
Έλα… να πάμε μαζί στη δύση μας….
τα λάβαρα κρατώντας.

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

Αγοράζω ... όσο, όσο.



Αισιόδοξες σκέψεις...
Που τις πουλούν;
Να αγοράσω πολλά κιλά θέλω...
Τόνους ίσως, όσο κι αν κοστίζουν...
Αφού... Δεν τις χαρίζουν πια...
Ας τις αγοράσω.
Αφού...Ούτε και σαν δανεικές μου επιστρέφουν κάποιες όλοι αυτοί... που τους τις χάριζα απλόχερα τότε που είχα περίσσευμα.
Τότε που... Τίποτα δεν φοβόμουν.
Τότε που... Εμπόδιο κανένα δεν έβρισκα μπροστά μου.
Η, κι αν έβρισκα, έκανα πως δεν το έβλεπα και προχωρούσα αγνοώντας το.
Θαρρείς και... Με εκδικούνται τα αγνοημένα εμπόδια τώρα.
Δυνάμωσαν ... Αποδυναμώθηκα...
Και με τιμωρούν...
Για την αδιαφορία μου.
Για τη χαρά μου.
Για τα όνειρα μου.
Για τα νιάτα μου.
Για την αισιοδοξία μου.

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2008

Οι στροφές και αυτού του δρόμου...



Ναι…Το ξέρεις.
Το ξέρεις πως με πληγώνεις.
Εγώ σε κάθε στροφή, σε κάθε σοκάκι αυτού του δρόμου,
πάντα εσένα περίμενα .Κι' άλλαξες τόσες μορφές ,τόσα πρόσωπα .Πού δεν ξέρω , αν θα τα ξαναδώ.
Κι ήμουν πάντα τόσο μόνη ,πού στην ερημιά τού πλήθους έψαχνα μία όαση, να δροσίσω το κορμί μου,την ψυχή μου.
Πέρασες, και χάθηκες, από μπροστά μου, αργά μα και τόσο γρήγορα.
Σαν φως...Σαν ήλιος...Σαν βροχή.
Δεν μπορώ να σε κρατήσω ούτε στα χέρια μου, μα ούτε και στην καρδιά μου.
Φοβάμαι το παγωμένο σου βλέμμα και έτσι δεν σε κοιτώ στα μάτια,και σε αφήνω να τριγυρνάς, στους δρόμους...Στα λεωφορεία...Στις συνοικίες... Σε πόλεις και νομούς...
Ώσπου να βρεις αυτό πού ψάχνεις, τις νύχτες πού η μοναξιά, σου γεννά ίσως μία μικρή θλίψη για μένα.
Ίσως αυτή πού περιμένεις, να έρχεται, Ίσως να βρίσκεται κάπου εδώ κοντά στο δρόμο .
ίσως, τα κόκκινα βαμμένα χείλη της, να ζωγραφίσουν το σώμα σου απόψε.
Μα εγώ είμαι δίπλα σου.
Και αν δεν με δεις, θα ξαναγυρίσω στη βροχή.
και βέβαια το ξέρεις πώς με πληγώνεις.
Πιο πολύ, κι' από σύρσιμο ξυραφιού πάνω σε σάρκινη φλέβα.
Πιο πολύ, κι' από ένα πυρωμένο σίδερο μες τα στήθη μου.
Οι στροφές και αυτού του δρόμου, κομμάτια τα έκαναν τα όνειρα μου.

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2008

Κι εγώ;


Και 'γω που σ αγάπησα;
Εγώ που πιάστηκα από τα μάτια σου…
που έκανα θεό μου την ανάσα σου…
Εγώ… που τίποτα για μένα,
τίποτα δεν θέλησα να κρατήσω;
Εγώ που άλλο δρόμο δεν γνωρίζω
Που δεν εκπαιδεύτηκα στον πόλεμο;
Εγώ που φοβάμαι το σκοτάδι...
που ζω την έρημο μακριά σου;
Εγώ που δεν είχα ποτέ ομπρέλα,
που πάντα πίστευα πως...

Δεν χρειάζεται…δεν έχω ανάγκη από μια ομπρέλα
Εγώ που δεν ήξερα ότι πρέπει να πληρώσω
για οτι άλλοι κάνανε,που άγνοια είχα από παγίδες που οι άνθρωποι στήνουν
Εγώ που δεν εχω...Δεν ξέρω να προφυλαχτώ…
Από ποιον;;; γιατί;;;
Γιατί πρέπει να προφυλαχτώ; ας μου πει κάποιος
όποιος θέλει Οποιος ξέρει....
Εσύ...Εσύ που αγάπησα.Εσύ που μ αγάπησες.
Εσύ που αφήνεις, τις μέρες, τις ώρες, τα λεπτά...
Που ποτέ δεν θα ξαναγυρίσουν
Που αφήνεις να φεύγουν δακρυσμένα...
Που σου φωνάζουν.Φωνάζουν τόσο... που τρομάζεις

Μα... δεν ακούς,Κλείνεις τα αυτιά σου
Εσύ… Που δεν μπορείς να δεις,ότι και ένας τυφλός μπορεί...
Εσύ… που τρέμει η φωνή σου,όταν μου λες... Η...όταν δεν μου λες...
Σ αγαπώ ψυχή μου...Σ αγαπώ!!!
Αλλά....

Δ.

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2008

Κόκκινο....

Σαν κόκκινο, το Όνειρο φαινόταν..
Προκλητικό κι αθώο... Μου χαμογελούσε.
Με ξελόγιασε... Με θάμπωσε...
Και σαν τυφλή το ακολούθησα.
Άλλαζε χρώματα πολλά σε κάθε οδό...
Τη μια λευκό... Την άλλη μοβ του πένθους.
Περίεργη, και καταματωμένη...
Ακόμα τυφλά το ακολουθώ...
Το τελευταίο χρώμα...
Δεν θα φύγω αν δεν το δω.





Κόκκινο το πρώτο κοριτσίστικο φόρεμα μου.
Mαγνήτης για απονήρευτα αρσενικά.
Κόκκινο το τριαντάφυλλο που κόψανε τα χέρια μου,
απ"έναν μυρωδάτο κήπο, κι έκλεψα την καρδιά του τότε.

-Μα... μη ξεχαστώ, κι' απ την πορεία μου ξεφύγω...
Και χάσω του Ονείρου μου το χρώμα.
Κίτρινο τώρα τ’ Όνειρο, σε τούτη την οδό.
Πορτοκαλί στο επόμενο στενό...
Αργεί...
Μα εγώ... Θα κάνω υπομονή.
Θα κοκκινίσει κάποτε στη λεωφόρο το όνειρο μου.

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

Σου γράφω... κι' ας μην υπάρχεις.


Έτσι πέρασε η ζωή μου, αγάπη μου… Να σε περιμένω. Κάθε φορά νόμιζα πως σε συναντούσα. Μα δεν ήσουν εσύ. Μορφές μόνο που πηγαίναν και ερχότανε , με ξεγελούσαν κάθε φορά.
Τώρα ...Κοιτάω πάντα το δρόμο μήπως φανείς Ελπίζω και φοβάμαι...Φοβάμαι ότι ποτέ δεν θα έρθεις. Κι αν ερχόσουν όμως...Μεγάλωσα, δεν είμαι πια όπως παλιά, φοβάμαι μήπως με απορρίψεις, μήπως είμαι πολύ κουρασμένη για σένα, μήπως είναι πολλά αυτά που έχω ζήσει και σε λυγίσουν, και σε κάνουν να θέλεις να φύγεις.
Δεν είμαι νέα, αγάπη μου, κι εσύ... ακόμα να φανείς, κι εγώ όλο σε ψάχνω στα βλέμματα τα ξένα, με την ελπίδα πως είσαι εσύ, και δεν είσαι, γιατί θα σε αναγνώριζα αμέσως,και προσπαθώ να κρατηθώ να μη χάσω ότι μέσα μου όμορφο έχει μείνει, πριν πια ολοκληρωτικά παραδοθώ.
Μην αργείς!
Ο χρόνος μου στενεύει, και η ελπίδα να σε συναντήσω όλο και μακραίνει...Τώρα έλα, που ακόμα μπορώ, που ακόμα "έχω" Τώρα, αγάπη μου, πριν ο πόνος της απουσίας σου με τσάκιση. Γιατί τότε, δεν έχει νόημα να έρθεις, ίσως και να μη σε δω -να μη θέλω να σε δω- γιατί θα έχω χάσει τη δύναμη μου, επειδή δεν είχα από που να κρατηθώ.
Μα... αν είναι να μην έρθεις ποτέ, αν το έχεις αποφασίσει, πρέπει να με ειδοποιήσεις.
Βαρέθηκα την προσδοκία, έχει κόμπο στο λαιμό αυτή η λέξη, έχει δάκρυα που κυλάνε χωρίς λόγο, ετσι, γιατί συννέφιασε νωρίς,γιατί μπουμπουνίζει και φοβάμαι, γιατί ...γιατί...
Αν είναι να μην έρθεις... βρες κάποιο τρόπο να μου το πεις. Να μη σε κουράζω με τα παρακάλια μου, να μην προσεύχομαι άδικα, να μην πεθαίνω κάθε μέρα περιμένοντας σε.
Αν είναι να μην έρθεις...Ας μείνω έτσι, όπως έτσι πέρασε η ζωή μου, να δέχομαι, αυτό που έρχεται, κι ας μην είν αυτό που θέλω ακριβώς. Κι ας νοιώθω μισή, κι ας νοιώθω μια ζητιάνα, που το μόνο που εύχεται είναι ν' ανοίγει τα μάτια της στον ήλιο με χαμόγελο.
Δεν το αντέχω άλλο αυτό το κενό αγάπη μου, δεν αντέχω να ελπίζω και συ, ποτέ να μην είσαι εδώ.
Αυτά ήθελα να σου πω, και πως, καταλαβαίνω. Δε θέλω να λυπάσαι, όχι, δε θέλω να λυπάσαι για ότι δεν έγινε, για ότι δεν ήταν να γίνει, η αλήθεια δε με θυμώνει πια... Μόνο λύπη μου φέρνει καμιά φορά, αλλά και πάλι, μην ανησυχείς, αν δε θέλεις να έρθεις ή, πάλι, δεν μπορείς, θα καταλάβω.
Μόνο... Μήνυσε μου.

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

ΣΤΑ ΤΖΑΜΙΑ ΠΕΦΤΕΙ Η ΒΡΟΧΗ



Δυο νύχτες τώρα βρέχει.
Κι ακόμα βρέχει.
Ακούω να μου τραγουδάνε οι σταλαγματιές της.
Μα όχι σαν τότε, τότε τον έρωτα μου τραγουδούσε.
Τώρα σιωπή.
Τέτοιες στιγμές η σιωπή, κάνει παρέα της μοναξιάς.
Κι η μοναξιά γίνεται λέξεις...

ΣΤΑ ΤΖΑΜΙΑ ΠΕΦΤΕΙ Η ΒΡΟΧΗ

Στα τζάμια πέφτει η βροχή
κι εγω 'μαι πάλι μοναχή
η πόρτα του παράδεισου
και σήμερα κλειστή.

Πέφτει στα τζάμια η βροχή
και ειμαι ασυντόφευτη
απ' αγκαλία ζεστή
αχ...πόσο μου 'λειψες αγάπη!
Η πληρωμή μου σ'ενα δάκρυ.

Πέφτει στα τζάμια η βροχή
κι ο χρόνος μου τελειώνει
η πόρτα του παράδεισου
ακόμα ειναι κλειστή.

Σαν άγγελος εξόριστος
περνώ το μονοπάτι,
ψάχνοντας τον παράδεισο
και την χαμένη αγάπη!
Αχ!πόσο μου'λειψες αγάπη...
Η πληρωμή σου ένα δάκρυ.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2008



Βρέχει...
Χιονίζει...
έχει λιακάδα...
E! και λοιπόν;
Τι με νοιάζει τι καιρό κάνει αφού δεν βλέπω,
δεν νιώθω, δεν μοιράζομαι,
της ψυχής μου την μπόρα θέλω να προλάβω.
Ο χρονος τελειώνει.
Ο χρόνος τελείωσε;
Είδα μπόρες άπειρες στο πέρασμα αυτό,
μα δεν με άγγιξαν.
Είχα τον ήλιο στην ψυχή,
τις κορυφές του Ολύμπου για στόχο,
περιδιάβαινα λάμποντας,
σκορπώντας κομμάτια,
δικά μου κομμάτια, όχι δανεικά.
Eχω.... Φώναζα... έχω...
Nα, πάρε και συ....
Kαι συ...
Oχι, δεν θέλω αντάλλαγμα.
Mόνο...
Aγάπησε με.
Tι... δεν μπορείς;
Kαλά.
Πάρε, να έχεις, να δώσεις αλλού.
Κύκλος είναι το μοίρασμα.
Τι να μου κάνει μια βροχή, τι άλλο να μου κάνει...
Μακραίνουν επικίνδυνα η κορφές, ποτέ δεν θα τις φτάσω.
Αυτό με νοιάζει,
Αυτή η μπόρα με λυγάει.
δεν φτάνουν τα χέρια μου,
μια, του ήλιου ακτίνα, καν να αγγίξουν,
αντανακλαστικά κουρασμένα...
Εκεί θα μείνουν να καούν.
Στάχτυ κομμάτια να μαζεύω....
Συντρίμμια αντί για μαργαρίτες.
Μαργαρίτες...
Μ αγαπά, δε μ'αγαπα.... ¨
Αιώνες ...
χιλιάδες μαργαρίτες.
Ιδια η απάντηση.
Χιλιοειπωμένη και αυτή.
Δε μ'αγαπα.
Μα η βροχή πάντα εκεί .
Τη βλέπω, μα δε μου μιλά...
Δεν έχει να μου πει.
Τι να μου κάνει μια βροχή...
Τι να παρασύρει τάχα;
Τι έμεινε;
Τι άφησα;
Τα βήματα μου ακολουθώ...
Εκεί με πάνε... στη βροχή.
Μια στάλα... δυο στάλες...
Χιλιάδες γιναν οι σταλαγματιές.
Ενα εγώ με τη βροχή...
Αφανίζομαι.

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2008

Σαν... σε Τοίχο !!!

Ξέρεις...?
Μου λείπεις!!!
Μου λείπει το Όνειρο.
Μου λείπει η ελπίδα.
Μου λείπεις εσύ!!!
Οχι εσύ που είσαι αλλά... αυτό που εγώ έχω δημιουργήσει.
Μου λείπει κομμάτι μου, το έχεις εσύ.
Και είναι και αυτή η απαίσια... βροχερή συνεφιασμένη μέρα... που δε βοηθάει τη σκέψη να προχώρησει.
Ούτε το καλοκαίρι τη βοήθησε.
Αλλά τέτοιες μέρες σαν και σήμερα μου δίνουν τη δικαιολογία.
Με απαλλάσσουν.
Όχι δεν είναι απαραίτητο να πεις κάτι...
ούτε απευθύνομαι σε σένα.
Εσύ είσαι τόσο… γήινος...
Δεν περιμένω ούτε θέλω κάτι από σένα.
Μη μου αφαιρείς όμως τη δυνατότητα αυτή, να σου μιλάω.
Ναι...
όπως θα μίλαγα σε έναν τοίχο, που θα τον ονόμαζα εξομολογητή και "αποδέκτη" των συναισθημάτων μου.
Μα έναν τοίχο; αναρωτιέσαι…
Ναι έναν τοίχο.
Που τίποτα δεν έχει να μου δώσει... μα ούτε και να μου πάρει.
Έναν άνθρωπο.
Τον δικό μου άνθρωπο.
Εσύ είσαι αυτός!
Είναι τρελό.
Ναι... το ξέρω!
Δικός μου άνθρωπος εσύ;
Πως; Πότε;
Δεν έχω απάντηση να σου δώσω, απλά να σου πω ότι έτσι είναι!
Ετσι νιώθω... και ΔΕΝ κάνω λάθος!
Είσαι πολύτιμος για μένα!!!
Και ας με πόνεσες.Και ας με ταπείνωσες.κι’ας ...σε μισώ μερικές φορές.
Σε αγαπώ τις περισσότερες.
Και σε νοιάζομαι.
Αστείο;
Ναι είναι!
Με νοιάζει πως νιώθεις....
Αν κρυώνεις....
Αν είσαι ευτυχισμένος...
Σε σκέφτομαι μερικές φορές μόνο σου και πονάω.
Μαγείρεψες;
Έφαγες;
Άπλωσες εκείνα τα ρούχα η θα μουχλιάσουν στο μπάνιο;
Και.... κείνες οι άδειες γλάστρες στο μπαλκόνι σου με θλίβουν, δεν με άφησες να φυτέψω λουλούδια, θα είχαν ανθίσει πολλές φορές ως τώρα.
θα ομόρφαιναν τις γρίζες μέρες,και...
θα είχα και γω κάτι να σκεφτώ, μια δικαιολογία για να σου μιλώ,να μοιραστώ μαζί σου... Τώρα τι να μοιραστώ?
Είπες πως... δεν σου έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο.
Το ξέρω!
Ούτε θα σου ξανασυμβεί!
Ούτε εμένα μου συνέβη.
Δεν συνηθίζω να μιλώ σε τοίχους!!!
Συνειδητά νιώθω ότι νοιώθω.
Μη λυπάσαι...
Μη με λυπασαι!!!
Να προσέχεις τον εαυτό σου μάτια μου...
Γιατί...
Εγώ σε έχω ανάγκη!!!
Γιατί εγώ σε χρειάζομαι!!!

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008

Πας... έρχεσαι... πας.

Δεν σε πιάνω γίνεσαι αόρατος
Σε βλέπω αλλά δεν είσαι εκεί.
Δεν είσαι πουθενά που θα'θελα.
Δεν βλέπω το μονοπάτι που ακολουθείς
δεν έχει οδό το διάβα σου δεν έχει αριθμό.
Σε βλέπω ...
Σε έβλεπα πριν λίγο...
πάλι το σύννεφο σε σκέπασε
σταμάτησαν τα ρολόγια να γυρνούν γινανε τα δευτερόλεπτα αιώνες.
Και συ... πας...Έρχεσαι...
Που είσαι?
χάνω τον ήλιο, δεν έρχεται η βροχή λυτρωτικά να με χαϊδέψει
να διώξη την αγρύπνια που με βουλιάζει
σε σκοτεινά νερά αργα... φιλήδονα.
Δεν σε βλέπω δεν σε ακούω
στοιχειώνεις την ψυχή μου.
βουλιάζω και χάνομαι.
Και συ Γέλας...
εσύ παίζεις μαζί μου.
Τούτη τη νύχτα...
κι' αυτή τη νύχτα....
σ' ακολουθώ...
κλαίω...
γελώ...
σε βλέπω...
σε χάνω...
Σε αναιρώ.
Αμύνεται το μυαλό.
και... πας ...έρχεσαι... πας.
Που να ναι...
Aν... και αφού υπάρχει η αγάπη.
Χρόνια ολόκληρα κρατώ ένα εισιτήριο κοντά της να με πάει.
Ένα εισιτήριο που θάλασσες και δρόμους ανοιχτούς
απλόχερα για την καρδιά μου απλώνει.
Κι΄η αγάπη μου μιλά κάθε στιγμή κάθε λεπτό...
γαργαλιστα καλώντας με εκεί που θέλω τόσο.
Είναι φορές... που το ξεχνώ πως το'χω το εισιτήριο
μα...τυχαίνει μερικές φορές γλυκά να το θυμάμαι.
Το εισιτήριο που τη λύτρωση...
Τη λύτρωση να φέρει περιμένω.
Λυπάμαι μερικές φορές και θέλω να το σκίσω
τις νύχτες που χωρίς σκοπό σ άπιαστα όνειρα ολόγυμνη ταξιδεύω.
Τ΄αγγιζω... στην αρχή απαλά,
λίγο τρελά κατόπιν το χαϊδεύω...
παιδεύομαι να το νοιαστώ αγωνιώ δεν ανασαίνω,
Μα με ακράτητη ηδονή την κρίσιμη την ώρα
κομμάτια σαν εμμένανε το κάνω.
Γιατί κομματιασμένο αν δεν ήταν τι θα χρειαζόταν,
Ένα εισιτήριο χαράς να με περιγελά χαιρόταν.
Βαριανασαίνω μα θα πω...
Πως τόσες μέρες τώρα βλέποντας το εκεί βουβό,
απελπισμένη τον όρκο παραβαίνω.

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2008

Αιώνες μου λες...

Πρώτη φορά που σε είδα
Πρώτη που σε αντάμωσα
Χιλιάδες χρόνια
Αιώνες πριν.
Ενα ποτήρι κράταγες
Νερό γεμάτο
Κι΄ έπινες...
Κάθε φορά
Ολους τους αιώνες
Το ίδιο κάνεις.
Είναι η ζωή περίεργη δίχως ποτήρια γεμάτα νερό
Μου έλεγες ποιήματα, ακόμη πιο παράξενα και από αυτά που ξέρω.
Και Γελάς, Ενώ τα μάτια σου μου φαίνεται πως κλαίνε।
Και δίψασα εγώ...
Και το ποτήρι σου μου έδωσες,και ήπια, ήπια... αλλά δεν ξεδίψασα।
Διψάω ακόμα
Αιώνες τώρα
Και συ Γελάς
Μια κλαίς
Και μια Γελάς.
Με ξαφνιάζεις
Κοιτάς...
Δεν καταλαβαίνω που
Και λυπάσαι.
Και κλαις
και γελάς
Φοβάμαι να ρωτήσω αν λυπημένος είσαι η χαρούμενος
Ίσως είσαι και τα δυο.
Με αυτόν τον αλλόκοτο τρόπο σου,
Στιγμές ακούς τι σου λέω συγκεντρωμένος,
και στιγμές χάνεις την ακοή σου, λες και πήγες πίσω αιώνες πριν
Σε είδα...
Ακόμη και την όραση σου να χάνεις.
Να κάθεσαι ακίνητος, σαν τυφλός κι΄αδιάφορος
Σε κοιτώ έντονα, και σίγουρα ανόητα.
γιατί...
Με προσέχεις
Και με ξαφνιάζεις
Γιατί είχα την εντύπωση πως τίποτα δεν πρόσεχες.
Χαμογελάς κρατώντας το ποτήρι, που λες και έχει κολλήσει αιώνες τώρα στο χέρι σου.
Πιές μου λες.
Διψάω πολύ, σου λέω
Και συ...
πως πρέπει να κάνεις την ακοή σου να λειτουργήσει μου απαντάς.
γιατί δεν ακούς τι σου λέω.
Αλλά...
Θα... ήθελες!!!




































































Πόσο θα 'θελα...

Πόσο θα 'θελα να νιώσω το κάθε φύλλο που πέφτει το φθινόπωρο...Να κρατήσω την ημέρα που ξημέρωσε...Πόσο θα 'θελα να μη γεράσουν τα παιδιά που γεννήθηκαν...Να μη γεράσει ο έρωτας μου।Πόσο θα 'θελα να πάψεις να τρέχεις και να σταθείς να δείς το χαμόγελο μου,να δείς το δάκρυ μου,κι όχι να νιώθεις τις αλλαγές σαν μια λογική αιτία,αυτών που δεν ορίζονται.Πόσο θα θελα να ήμουν κοντά σου...Να μην αφήσω τον πόνο να σε αγγίξει,να σκεπάσω το πυρωμένο σου σώμα με την ανάσα μου.Να δροσίσω με τη δύναμη της αγάπης μου τη δίψα σου,να διώξω μακριά τους φόβους,που φοβάσαι να ομολογήσεις,Πόσο θαθελα να μου ψιθυρίσεις στο παραμιλητο σου...Μη φεύγεις...Μείνε κοντά μου....